Wednesday, April 28, 2010

Ήταν ακόμα πολύ νέος για να ξέρει πως η καρδιά μας αποβάλλει τις άσχημες αναμνήσεις και ωραιοποιεί τις καλές κι ότι χάρη σ’ αυτό το τέχνασμα καταφέρνουμε να αντέχουμε το παρελθόν. Αλλά, όταν ξανάδε, από την κουπαστή του πλόίου, το άσπρο ακρωτήρι του αποικιακού προαστίου, τα’ ακίνητα όρνια πάνω στις στέγες, τα ρούχα των φτωχών, απλωμένα στα μπαλκόνια, μόνο τότε κατάλαβε μέχρι ποιο σημείο είχε πέσει εύκολο θύμα των πονόψυχων παγίδων της νοσταλγίας.
Το πλοίο άνοιγε δρόμο μέσ’ από ένα στρώμα από πνιγμένα ζώα που επέπλεαν κι οι περισσότεροι ταξιδιώτες βρήκαν καταφύγιο στις καμπίνες για ν’ αποφύγουν τη δυσωδία. Ο νεαρός γιατρός κατέβηκε από τη γέφυρα ντυμένος στη τρίχα, με αλπακά, με γιλεκο και λεπτή κάπα από σκόνη, μ’ ένα γενάκι σαν τον Παστέρ στα νιάτα του, τα μαλλιά χωρισμένα στη μέση με μια ίσια, άσπρη χωρίστρα και με αρκετή αυτοκυριαρχία για να κρύψει τον κόμπο στο λαιμό του, που δεν ήταν από θλίψη παρά από τρόμο. […] Η θάλασσα έμοιαζε να είναι από στάχτη, τα παλιά παλάτια των μαρκησίων έτοιμα να υποκύψουν στον πολλαπλασιασμό των ζητιάνων κι ήταν αδύνατον να βρει την πυρωμένη ευωδιά των γιασεμιών πίσω από τη θανατερή μυρωδιά των ανοιχτών υπονόμων.

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, Gabriel Garcia Marquez


No comments:

Post a Comment